Πριν ακουστεί το «Bass solo, take one», το μπάσο είχε ήδη γράψει τη δική του ιστορία. Ο John Entwistle στους Who και ο Jack Bruce στους Cream το είχαν βγάλει μπροστά από τα ’60s. Ο Geezer Butler έχτιζε μαζί με τον Iommi τα θεμέλια του χέβι μέταλ, ο Geddy Lee έτρεχε τις δικές του διαδρομές στους Rush και ο Lemmy είχε βρει πώς να κάνει τέσσερις χορδές να ακούγονται σαν να σε περνάνε από πάνω οι ερπύστριες ενός τανκ. Ο Κλίφαρος, φυσικά, δεν ήρθε ουρανοκατέβατος. Τους είχε ακούσει όλους αυτούς, μαζί με τον Jerry Only των Misfits και πολλούς ακόμα από πολύ μακρύτερα, τους είχε μελετήσει και τους είχε λιώσει πάνω στο όργανο.
Αυτό που έκανε ήταν να κουβαλήσει όλη αυτή την πυκνή αισθητική και μουσική γνώση μέσα στους πρώιμους Metallica. Για πολύ κόσμο που μπήκε στη μουσική από το θρας, το Anesthesia ήταν η πρώτη φορά που το μπάσο σταμάτησε να ακολουθεί την κιθάρα, και αρκετά μυαλά ανατινάχτηκαν με το καλημέρα σας.
Ο Clifford Lee Burton γεννιέται στις 10 Φεβρουαρίου 1962 στο Castro Valley της Καλιφόρνιας. Είναι το μικρότερο από τα τρία παιδιά του Ray και της Jan, μετά τον Scott και την Connie. Στο σπίτι υπάρχει κλασική μουσική και ο Κλιφ ξεκινάει μαθήματα πιάνου από τα έξι του. Πριν από τις πρόβες, τους ενισχυτές και τις περιοδείες, υπάρχει ένα παιδί που παίζει μπέιζμπολ, περνάει χρόνο έξω στη φύση και μεγαλώνει σε μια οικογένεια που θα στηρίξει έμπρακτα την απόφασή του να ασχοληθεί με τη μουσική.
Το 1975, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Scott, φεύγει από τη ζωή στα δεκαέξι του. Ο Κλιφ είναι δεκατριών. Λίγους μήνες αργότερα ζητάει από τους γονείς του να μάθει μπάσο. Ο Ray θυμόταν και μια πολύ συγκεκριμένη αφορμή: ο μικρός είχε κολλήσει με το σόλο μπάσου στους τίτλους της αστυνομικής κωμωδίας Barney Miller και ήθελε να βγάλει τον ίδιο ήχο. Κάπου ανάμεσα στην απώλεια και σε μια μελωδία από την τηλεόραση, βρίσκει κάτι στο οποίο θέλει να αφιερωθεί. Και το παίρνει σοβαρά. Η αδελφή του, η Connie, θυμόταν έξι με οκτώ ώρες εξάσκησης τη μέρα στο δωμάτιό του, συνήθεια που δεν κόβει ούτε αφού μπαίνει στους Metallica.
Στα σχολικά του χρόνια παίζει στους EZ Street, όπου βρίσκονται επίσης ο Jim Martin και ο Mike Bordin, οι μετέπειτα κιθαρίστας και ντράμερ των Faith No More. Με τον Martin παίζουν και στους Agents of Misfortune. Παράλληλα, διαμορφώνεται ο τύπος που θα γνωρίσουμε αργότερα: χαμηλών τόνων έξω από τη σκηνή, με αγάπη για τον Lovecraft και αυτιά ανοιχτά σε πολύ περισσότερα από όσα θα περίμενε κανείς κοιτώντας έναν τύπο με καμπάνες και τζιν μπουφάν με μεταλλάδικα ραφτά.
Στις αρχές των ’80s βρίσκεται στους Trauma. Εκεί τον βλέπουν ο James Hetfield και ο Lars Ulrich, στο Whisky a Go Go, να κοπανιέται πάνω από το μπάσο και να βασανίζει το wah. Αρχικά νομίζουν ότι ακούν κιθαρίστα. Μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, αποφασίζουν ότι αυτόν τον άνθρωπο τον χρειάζονται στους Metallica.
Ο Κλιφ, όμως, δεν ψήνεται να αφήσει το Bay Area για το Λος Άντζελες. Οπότε οι Metallica, χωρίς πολλά πολλά, τα μαζεύουν και ανεβαίνουν εκείνοι, στο θρυλικό πλέον MetalliMansion στο El Cerrito. Δε ρεστ ιζ χίστορυ.
Το 1983 βγαίνει το Kill ’Em All. Τσίτα γκάζια, άτσαλη επιθετικότητα και η αίσθηση ότι τέσσερις τύποι έχουν κλειστεί σε ένα δωμάτιο με μοναδικό στόχο να το γκρεμίσουν. Ανάμεσα στα τραγούδια υπάρχει και το Anesthesia (Pulling Teeth): ένα ολόκληρο κομμάτι χτισμένο πάνω στο μπάσο, με παραμόρφωση, μελωδικές φράσεις και δάχτυλα που οργώνουν την ταστιέρα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, ακούς κανονική μουσική σκέψη. Ο Κλιφ ξέρει πού θέλει να πάει τη φράση και πώς να περάσει στην επόμενη. Το wah ουρλιάζει, αλλά κάποιος κρατάει τα χαλινάρια.
Στο Ride the Lightning, έναν χρόνο αργότερα, η συνεισφορά του απλώνεται ακόμα περισσότερο. Συνυπογράφει έξι από τα οκτώ κομμάτια. Ο Kirk Hammett έχει μιλήσει για τις γνώσεις του στη θεωρία, για τις αρμονίες που έφερνε και για το πόσο τις απορρόφησε ο Hetfield. Η μπάντα μαθαίνει να αφήνει χώρο, να χτίζει μεγαλύτερες διαδρομές μέσα στα τραγούδια και να χρησιμοποιεί τη μελωδία χωρίς να χάνει ούτε γραμμάριο από το βάρος της.
Να πούμε για το For Whom the Bell Tolls, όπου οι περισσότεροι δυσκολευτήκαμε να πιστέψουμε πως η παραμορφωμένη εισαγωγή είναι μπάσο και όχι κιθάρα; Ή μήπως για το The Call of Ktulu; Ακολούθησε μόνο το δικό του παίξιμο και θα ακούσεις μια δεύτερη ιστορία κάτω από τις κιθάρες: φράσεις που πετάγονται, μικρά ξεσπάσματα που κάνουν το κομμάτι ακόμα πιο ανήσυχο, μια ολόκληρη στρώση που δεν περιμένει εύκολα κανείς από μια νεόκοπη μπάντα που ζει στο κόκκινο.
Και φτάνουμε στο Master of Puppets.
Η τέχνη του να ζωγραφίζεις με ήχο πάει ένα βήμα παραπέρα, και αναφέρομαι στην εισαγωγή του Damage, Inc., με αυτά τα φουσκώματα που θα μπορούσαν να βγαίνουν από κάποιο συνθεσάιζερ ή από πολυεπεξεργασμένη κιθάρα. Όχι όμως. Είναι στρώσεις από το μπάσο του Κλίφαρου, εμπνεόμενος από το «Komm, süßer Tod» του Bach. Η κλασική μουσική που γέμιζε το σπίτι στο Castro Valley βρίσκει έτσι δρόμο μέσα σε ένα από τα πιο άγρια κομμάτια του δίσκου.
Το Orion, από την άλλη μεριά, είναι από μόνο του λόγος να καθίσεις να ακούσεις ολόκληρο τον δίσκο. Το μεγαλύτερο μέρος του το έγραψε ο ίδιος, μαζί με τα σόλο της κιθάρας. Το μπάσο κρατάει το βάρος, βγαίνει μπροστά, αλλάζει χαρακτήρα. Το μεσαίο μέρος και οι αρμονίες του φέρουν τη δική του σφραγίδα - ο Hammett θυμάται ότι ο Κλιφ αρχικά ήθελε να τις παίξει όλες με μπάσο. Χωρίς φωνή, χωρίς στίχο, χωρίς ανάσα.
Κι όλα αυτά χωρίς ίχνος ντιβισμού. Όσοι τον έζησαν από κοντά θυμούνται πρώτα απ' όλα έναν τύπο που τους έκανε να κλαίνε από τα γέλια. Ο Hammett, που μοιραζόταν δωμάτιο μαζί του στις περιοδείες, λέει ότι πέρα από τη μουσική ζούσε για δύο πράγματα: μπύρα και πρωινό. Ο Hetfield θυμάται το μικρό πτυσσόμενο καλάμι ψαρέματος που κουβαλούσε σε κάθε περιοδεία για να ρίξει πετονιά σε όποια λιμνούλα έβρισκε. Όσο για το σφυρί που είχε μόνιμα και εύκολα προσβάσιμο στις αποσκευές του; «Για παν ενδεχόμενο», όπως έλεγε ο ίδιος.
Ταυτόχρονα ήταν και ο μόνος που δεν άφηνε τον Lars να κάνει ό,τι ήθελε, και επέμενε ότι μεταξύ τους πρέπει να λέγονται όλα κατάμουτρα. Αν είχες πρόβλημα μαζί του, ήθελε να το ακούσει. Κι αν η κουβέντα δεν έβγαζε άκρη, ίσως να έπεφταν μερικές ψιλές, ίσως ένας διαγωνισμός αντοχής στο ποτό, ή, αν έτυχε να κρατάνε τα όργανα, ένα χαλαρό τζαμ που τα έλυνε όλα.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1986, στον δρόμο από τη Στοκχόλμη για την Κοπεγχάγη, το λεωφορείο της περιοδείας ανατρέπεται στη Σουηδία και κόβει αυτή την πορεία στα 24 του χρόνια. Πίσω μένουν τρεις αριστουργηματικοί δίσκοι με τους Metallica και ένα τεράστιο ερωτηματικό για όσα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν.
Κανείς δεν ξέρει πώς θα είχε εξελιχθεί η μπάντα μαζί του. Οι κουβέντες ότι «ο Κλιφ δεν θα τους άφηνε να κάνουν αυτό ή εκείνο» ή ότι θα τους είχε αφήσει για μια δική του μπάντα με το μπάσο μπροστά έχουν αδειάσει αρκετά καφάσια. Ο ίδιος όμως μάλλον μας έχει δώσει περισσότερους λόγους να τον θυμόμαστε για τη μουσική περιέργειά του παρά για υποθετικά σενάρια.
Ο Κλίφαρος ήταν πάντα, όπως το λέει ο Hetfield, απόλυτα ο εαυτός του. Άκουγε, μελετούσε, δοκίμαζε και άνοιγε το μυαλό των συμπανταίων του με νέες μουσικές, και κατά συνέπεια και τα δικά μας, μέσα από το έργο που άφησε πίσω του. Ο μουσικός κόσμος θα ήταν σίγουρα φτωχότερος χωρίς αυτόν.
Οι μπύρες στη μνήμη του λοιπόν.
Bass solo, take one.




