Στις 13 Οκτωβρίου 1989 οι Overkill κυκλοφορούν τον καλύτερο δίσκο τους και τον βαφτίζουν «τα χρόνια της φθοράς». Εάν κρίνουμε από το γεγονός πως μέσα σε έναν χρόνο, η σύνθεση που τον έγραψε έχει διαλυθεί, τότε μάλλον κάτι προφητικό συνέβη εδώ.
Η φόρα ήταν μεγάλη. Το Under The Influence και το “Hello From The Gutter” τούς είχαν βγάλει από το υπόγειο, και πίσω από τη Megaforce του Jon Zazula έχωνε πλέον φράγκα η Atlantic. Οι τέσσερις από το Νιου Τζέρσεϊ, που είχαν μάθει να γεμίζουν το L’Amour’s του Μπρούκλιν τα Παρασκευοσάββατα, κλείνονται το καλοκαίρι του 1989 στο στούντιο με έναν παραγωγό που τότε ελάχιστοι ήξεραν: τον Terry Date.
Μέσα σε έξι μήνες υπήρχαν έτοιμα οκτώ κομμάτια, με τον Bobby Gustafson στο τιμόνι της σύνθεσης. Το ένατο έμενε μισό. Ήταν το “Elimination”, που τελείωσε μέσα στο στούντιο και κόντεψε να μείνει εκτός δίσκου. Κατέληξε το πιο γνωστό τραγούδι τους, με το βίντεο να παίζει νον στοπ στο Headbangers Ball!
Ο δίσκος ξεκινάει με το μπουκέτο-στα-δόντια “Time To Kill” για να ανοίξει την όρεξη. Το “Elimination” ριζώνει στο κεφάλι σου rent free. Το “I Hate” φροντίζει όμορφα και ωραία για τις κοινωνικές σου σχέσεις. Το “Nothing To Die For” σου αποτελειώνει τον αυχένα. Ωραία μέχρι εδώ; Και τότε οι Overkill πατάνε φρένο. Μπροστά σου ανοίγονται τα δέκα λεπτά του “Playing With Spiders/Skullkrusher” και το δωμάτιο μικραίνει. Το riff κατεβαίνει με το βάρος ολόκληρου ορόφου. Οι Black Sabbath είναι παντού: στην υπομονή, στο κενό ανάμεσα στα χτυπήματα, στην επανάληψη που γίνεται όλο και πιο απειλητική. Όταν επιτέλους επιταχύνει, νιώθεις να λύνεται κάτι που κρατιόταν με αλυσίδες. Δέκα λεπτά τέτοιου πράγματος στη μέση ενός θρας δίσκου θέλουν και αρχίδια και συνθετικό έλεγχο. Εδώ υπάρχουν και τα δύο. Και έτσι κλείνει η πρώτη πλευρά του δίσκου.

Ο Bobby “Blitz” Ellsworth φέρνει όλο το πακέτο: την τσιρίδα, το γρέζι, τη τσαντίλα. Στο ομώνυμο κομμάτι, όμως, η ίδια φωνή ξεκινάει πάνω σε ακουστική κιθάρα, εύθραυστη, και προσπαθεί να σταθεί όρθια χωρίς την επίθεσή της. Ακούγοντάς το σήμερα, ξέροντας τι ακολούθησε, δύσκολα δεν το ακούς σαν αποχαιρετισμό. Ο Gustafson απλώνει από πάνω μελωδίες που σου μένουν όσο και τα riff. Ύστερα έρχεται το “E.vil N.ever D.ies”, που θεωρείται το τέταρτο κεφάλαιο της σάγκας “Overkill”, και κλείνει τον δίσκο με όλη τη μπάντα σε mode φουλ επίθεση.
Ο ήχος αυτός ταξίδεψε. Ο Sid Falck αφηγείται ότι οι Pantera άκουσαν νωρίς το άλμπουμ και το έδειξαν στον Date ως σημείο αναφοράς για το Cowboys From Hell. Ο Gustafson λέει ότι ο Dimebag ήθελε τον ήχο της κιθάρας του. Όταν όλοι θέλουν ένα κομμάτι της ιστορίας, κάτι σημαίνει. Ο δίσκος πάντως δεν χρειάζεται το παράσημο.
Γιατί εκεί που τελειώνει η μουσική, αρχίζει η φθορά. Τα χρόνια στον δρόμο, τα λεφτά που επιτέλους άρχιζαν να έρχονται και οι διαφορετικές ιδέες για το πού πάει η μπάντα έφεραν τον Gustafson απέναντι από τους δύο ιδρυτές. Ποιος έφυγε και ποιος έδιωξε, ο καθένας το θυμάται αλλιώς και σίγουρα δεν θα το λύσουμε εδώ. Το 1990 οι Overkill συνέχισαν χωρίς αυτόν, με δύο κιθαρίστες στη θέση του, με τον έναν να είναι ο μέχρι τότε τεχνικός του. Ο Falck κράτησε ως το 1992. Οι πληγές εκείνης της χρονιάς δεν έκλεισαν ποτέ εντελώς.
Στο Billboard ο δίσκος δεν ανέβηκε ψηλότερα από τη θέση νούμερο 155. Μικρή σημασία έχει βέβαια αυτό. Η κουβέντα για το αν είναι το καλύτερο Overkill θα συνεχίζεται όσο υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να τσακωθούν πάνω από τα “Taking Over” και “Horrorscope”. Καλά να είναι οι άνθρωποι, να έχουν δίσκους να τσακώνονται. Εδώ πάντως μια μπάντα που σάπιζε από μέσα κράτησε όλη την αλητεία της και της έδωσε βάθος. Έγραψε τραγούδια για να σπρώξεις τον διπλανό σου και περάσματα που θες να ακούσεις μόνος σου, δυνατά, χωρίς να σου μιλάει κανείς. Κι όταν στη μέση του δίσκου κατεβαίνει ξανά εκείνο το riff του “Skullkrusher”, καταλαβαίνεις πόση ζημιά μπορεί να κάνει μια μπάντα που ξέρει να περιμένει. Ακόμη κι όταν δεν θα περιμένει για πολύ.




